Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Για την Αποστολή της Ελληνικής Παιδείας της Κύπρου

Χρήστος Αλεξάνδρου
Iστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας


Ένα  σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα στόχο έχει να παρέχει ποιοτική γνώση, όχι δηλαδή απλώς όγκους πληροφοριών, αλλά γνώση επεξεργασμένη και ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο του γνωστικού αντικειμένου κάθε μαθήματος. Η παροχή της πρέπει να  συνδυάζεται, και αυτό αποτελεί κριτήριο επιτυχίας, με το ερέθισμα της κριτικής σκέψης του μαθητή. Αν σε κάποιους από το σύνολο των μαθητών – σ’ όλους είναι αδύνατο -  εγκεντρίστει ο προβληματισμός και τεθούν δόκιμα ερωτήματα τότε ο μαθητής εισέρχεται στην διαδικασία εκείνη όπου η μάθηση γίνεται ευχαρίστηση. Αυτό αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο επιτυχίας.

Για κάθε σοβαρό και με αυτοπεποίθηση εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτονόητη και αναμφισβήτητη η επιδίωξη του να  μεταδώσει και να καλλιεργήσει τον εθνικό πολιτισμό και την εθνική ιστορία, μέσω της λογοτεχνίας, της γλώσσας, της ιστορίας και της  τέχνης.

Δυστυχώς το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου αδυνατούσε και αδυνατεί σε σημαντικό βαθμό να πετύχει τους πιο πάνω στόχους, και πιστεύω ελάχιστοι θα διαφωνούσαν με αυτή την διατύπωση. Πρόκειται για ένα σύστημα χαμηλού επιπέδου, ιδιαίτερα στα γλωσσικά, φιλολογικά και ιστορικά μαθήματα. Οι τελευταίες θέσεις που λαμβάνουν οι Έλληνες μαθητές της Κύπρου σε διεθνείς διαγωνισμούς αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη αυτής της πικρής πραγματικότητας.

Το ζήτημα της ποιότητας της εκπαίδευσης, και κατ’ επέκταση της καλλιέργειας της κριτικής ικανότητας του μαθητή, είναι αμιγώς ζήτημα πολιτικό. Έχει να κάνει δηλαδή με το σύνολο των αποφάσεων και τα κριτήρια που θέτει η πολιτική εξουσία για τους εκπαιδευόμενους και τους εκπαιδευτικούς. Και τα κόμματα εξουσίας τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν άκρως  λαϊκιστικά σ΄ αυτόν το τομέα: ένα λαϊκισμό που  αφορά πρώτα και κύρια την συνεχή έκπτωση των κριτηρίων αξιολόγησης των μαθητών και των  εκπαιδευτικών, και τη πλήρη σχεδόν αποδυνάμωση του επιπέδου πειθαρχίας. Αρκεί εδώ απλώς και μόνο να υπενθυμίσουμε την απάντηση του ανεκδιήγητου Πεύκιου Γεωργίαδη στις  εκκλήσεις εκπαιδευτικών για μέτρα περιορισμού της παραβατικότητας και ανόρθωσης της πειθαρχίας: «δεν θα κάνουμε τα σχολεία φυλακή». Η γελοιότητα αυτή, διότι περί γελοιότητας πρόκειται, είναι αρκούντως αποκαλυπτική για τις πολλές αγκυλώσεις και τη   χαμηλή στάθμη του ίδιου του πολιτικού προσωπικού του τόπου.

Υπάρχει όμως  ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα για την παιδεία στη Κύπρο, που σε τελευταία ανάλυση αφορά την ύπαρξη μας ως Κύπριών Ελλήνων, ως διακριτής εθνικής οντότητας με παρελθόν και μέλλον και όχι ως Μαλτέζων. Ένας μόνιμος στόχος των εχθρών της Κύπρου  ήταν να του αλλοτριώσουν την ταυτότητα. Αν δούμε για παράδειγμα τι έπραξαν οι Λατίνοι πριν πολλούς αιώνες προς αυτήν την κατεύθυνση πραγματικά θα μας εκπλήξει.  Η εγγενής διαχρονική αδυναμία της Κύπρου, το ολιγάριθμο του πληθυσμιακού της μεγέθους, σε συνδυασμό με την απόσταση της από τον κυρίως ελληνισμό, καθώς και η γεωπολιτική της υπεραξία, έκαναν τους κατακτητές της να θεωρούν εφικτή την μετατροπή μας σε λεβαντίνους. Και η  ιστορική εμπειρία διαβεβαιώνει πως δεν είναι κάτι απίθανο η αλλαγή εθνικής ταυτότητας  ενός λαού.

Αν εξαλειφόταν η ταυτότητα των Κυπρίων και αφομοιώνονταν με τους κατακτητές τους ή στην νεότερη ιστορία δημιουργούσαν μια «κυπριακή» ταυτότητα τότε δεν θα προκαλούνταν προβλήματα  στην κατοχή της. Έτσι μπορεί να γίνει και  κατανοητό γιατί, μεταξύ άλλων οι Έλληνες της Κύπρου έγιναν τόσο συντηρητικοί. Η διαρκής έγνοια, συνειδητή ή μη,  πάντως ιστορικά ευδιάκριτη, να μην χάσουν αυτό που είναι, τη πίστη τους, τις παραδόσεις τους, τον πολιτισμό τους αποτελεί  τον  ιδιαίτερο τύπο αντίστασης που ο προέταξε ο Κύπριος. Είναι  η αντίσταση του σκλάβου  ο οποίος δεν μπορεί μεν να αποτινάξει το δυνάστη του αλλά αμύνεται παλεύοντας να μην χάσει αυτό που είναι. «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτές, τομ μπάτσον τζαι τον κλώτσον τους, τζαι μεις τζιαμέ, ελιές τζαι τερατσίες πάνω στον ρότσο τους», όπως μοναδικά το  συνόψισε ο Μόντης. Η «ελιά τζαι η τερατσιά» είναι ακριβώς τα σύμβολα της παθητικής αντίστασης του κόσμου της Κύπρου, παθητική μεν αλλά ταυτόχρονα, όταν της δίνεται η ευκαιρία, μετρημένα ενεργητική επιμένοντας πεισματικά να συντηρήσει την ταυτότητα του.           Ο γνωστός Ιστορικός Νίκος Σβορώνος, μαρξιστικών καταβολών, μιλώντας για τον ελληνισμό από το 1204 και έπειτα υπογράμμισε  ότι «Το ότι διατήρησε τη γλώσσα του, την εθνική του συνείδηση, για μένα τούτο είναι αντιστασιακό φαινόμενο [...] Δεν θεωρώ αντίσταση απλώς και μόνο να πάρεις τα όπλα, να ανέβεις στα βουνά. Αυτό είναι εύκολο πράγμα, σχετικά εύκολο. Το πρόβλημα είναι να  μένεις αυτό που είσαι.»

Κατά την διάρκεια της αγγλοκρατίας το ζήτημα της παιδείας και της ταυτότητας  πήρε μεγάλες διαστάσεις, κυρίως  από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι Άγγλοι προσπάθησαν και σε  μεγάλο βαθμό πέτυχαν να την ελέγξουν, κυρίως τη δημοτική εκπαίδευση, με απώτερο στόχο τον αφελληνισμό των νέων γενεών. Η αξίωση για καλλιέργεια κυπριακής συνείδησης, κυπριακού πατριωτισμού όπως έλεγαν, όροι που ακούγονται ή υπονοούνται από διάφορους σήμερα ως προοδευτικές δήθεν προτάσεις για λύση του εθνικού μας ζητήματος, δεν είναι τίποτε άλλο από μπαγιάτικα προϊόντα του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Η ιστορία της εκπαίδευσης κατά την αγγλοκρατία, όπως σημείωσε ο Κωνσταντίνος  Σπυριδάκις  ήταν μια συνεχής πάλι  να μείνει όσο γινόταν  στα χέρια των Ελλήνων για να μην αλλάξει το περιεχόμενο και ο προσανατολισμός της.

Το θέμα επανήλθε κάτω από άλλα δεδομένα και συνθήκες μετά το 1974 αλλά επί της ουσίας το ίδιο. Με την πάροδο των χρόνων, λιθαράκι λιθαράκι και ανεπαίσθητα έγιναν βήματα προς την αγγλική άποψη για την παιδεία και κατ’ επέκταση για την ταυτότητα της Κύπρου. Μπορούμε  να αναφέρουμε πολλά μικρά παραδείγματα όπου κόμματα ή ομάδες, επέβαλλαν ένα μέρος έστω της ατζέντας τους στην εκπαιδευτική πολιτική. Στην προσπάθεια αυτή το πρόσχημα της ύπαρξης μας ως ανεξάρτητου κράτους υπήρξε ένα άλλο « επιχείρημα», παρ’ όλο που συνταγματικά η παιδεία παραμένει αποκλειστική υπόθεση όχι του δικοινοτικού κράτους αλλά της ελληνικής κοινότητας. Το βαθύτερο κίνητρο της αφεληνιστικής ροπής  ήταν υποτίθεται η λύση του κυπριακού. Η συλλογιστική ήταν και παραμένει απλή και οπωσδήποτε  αφελής: αν παύσουμε να είμαστε και πολύ Έλληνες, δηλαδή αν  παύσουμε να ταυτιζόμαστε με την Ελλάδα και τον Ελληνισμό και να θέλουμε να θεωρούμαστε μέλος του έθνους, τότε  μπορεί να λυθεί και το κυπριακό αφού το εθνικό πρόταγμα το οποίο ευθύνεται και για την ύπαρξη του δεν θα υφίσταται. Οι αξιώσεις μας για το παρόν και το μέλλον του τόπου δεν πρέπει να πηγάζουν από την εθνική μας ταυτότητα αλλά από μια νέα ιδέα-ταυτότητα που πρέπει να αναπτυχθεί: τον κυπριωτισμό.  Πρέπει να φτιαχτεί επομένως κάτι καινούργιο, ένας νέος Κύπριος, ο οποίος όμως αφού δεν είναι εφικτό να αποβάλει αμέσως και πλήρως την ελληνικότητα και τη τουρκικότητα του, να είναι τουλάχιστον «πάνω απ’ όλα Κύπριος»  όπως κατά καιρούς ακούγεται.   

Με βάση αυτό το στόχο επιχειρήθηκε τα αμέσως προηγούμενα χρόνια  και η αναθεώρηση της ιστορίας, αλλά και άλλων μαθημάτων. Ανάμεσα σ’ άλλα έγινε και προσπάθεια να ενοχοποιηθεί ιστορικά η από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης του ελληνικού κράτους καθολική βούληση του λαού μας για Ένωση με την Ελλάδα. Η επιθυμία για την Ένωση, επιθυμία υπαρξιακού χαρακτήρα παρουσιάζεται από μερικούς ως μια «φανατική» και « αδιάλλακτη»  επιμονή που  προκάλεσε τάχα  την καταστροφή μας.  Ή με άλλα λόγια,  όπως αυτά εκφράστηκαν από υπουργικά χείλη πριν από μερικά χρόνια, σ’ ένα όργιο διαστροφής της λογικής και της ιστορίας, η « πατριδολατρία προκάλεσε  πολλά δεινά στην Κύπρο».     

 Αυτό ακριβώς το δρόμο θέλησε να ακολουθήσει η προηγούμενη κυβέρνηση με την διαβόητη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το άνοιγμα του  δρόμου για ένα  ήπιο  κυπριωτισμό. Μια μεταρρύθμιση, η οποία κατά τ’ άλλα ήταν απαραίτητη και σίγουρα έφερε και καλά μαζί της. Η προσπάθεια να ενισχυθεί ο κυπριωτισμός, υπήρξε  προσεκτική και έμμεση, πλην όμως  σαφής, επενδύοντας έτσι στο μακροπρόθεσμο πλήγμα κατά του Ελληνισμού. Γιατί το ιδεολόγημα του «κυπριωτισμού» δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν είναι ανθελληνικό, η μοναδική δυνατότητα του κυπριωτισμού να σταθεί, να βρει χώρο να αναπνεύσει, είναι να πολεμήσει την βούληση αυτού του λαού, να σκέφτεται, να αποφασίζει, να επιλέγει και να ενεργεί ως μέρος μια ευρύτερης εθνικής κοινότητας που ονομάζεται ελληνισμός, ο οποίος μάλιστα κινδυνεύει και έχει την ανάγκη να αμυνθεί. Και εδώ ο Μόντης, που κατανόησε πλήρως την κυπριακή τραγωδία   συμβουλεύει  σοφά: «Μην φοβάστε τους ανθέλληνες, τους υφέλληνες να φοβάστε, τους ημιέλληνες». Γιατί οι «ημιέλληνες» του Μόντη τυπικά, γενικά, και αόριστα,  μπορεί να μην αρνούνται την ελληνικότητα μας, αλλά οι επιλογές τους και η στάση τους την πολεμούν.

Ως προς την μεταρρύθμιση και τον νεοκυπριωτισμό που θέλησε να προαγάγει μπορούν να λεχθούν πολλά και αυτά δεν αφορούν μόνο την ιστορία. Αρκεί να θυμηθούμε τα ευτράπελα με την κυπριακή διάλεκτο, την μείωση των ωρών διδασκαλίας των νέων ελληνικών κ.ά. Ή  να δει κάποιος  για παράδειγμα το αναλυτικό πρόγραμμα (δεν γνωρίζω αν υφίσταται ακόμη) του μαθήματος της γεωγραφίας και τότε θα καταλάβει πολλά. Υπήρχε (ή υπάρχει) σε αυτό ένας έντονος «κυπροκεντρισμός», όπως σε καμία προηγούμενη περίοδο της εκπαίδευσης. Η γεωγραφία της Ελλάδας περιοριζόταν σε ελάχιστες σελίδες και καταγραφόταν περίπου ως μια  γειτονική χώρα με την οποία έχουμε κάποιες ειδικές σχέσεις, όπως ας πούμε  και με  την Αγγλία. Όλα αυτά έγινα με μια κρυφή (;) επιδίωξη: να πληγεί η ιστορική αυτοσυνειδησία των νέων, να πάψουν να αισθάνονται τμήμα του ελληνικού έθνους, και να   αυτοπροσδιορίζονται  ως κάτι άλλο. Και ασφαλώς η δήλωση Χριστόφια ότι «δημιουργήθηκε μια κυπριακή παιδεία που την περίμεναν γενιές και γενιές» μόνο τυχαία δεν ήταν.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου