Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη του Χρήστου Αλεξάνδρου στο πολιτιστικό ένθετο «Ηδύφωνο» της κυριακάτικης «Σημερινής» (20 Μαρτίου 2016) για το νέο του βιβλίο Το Εκκλησιαστικό Φρόνημα στον Κωνσταντίνο Καβάφη. Την συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Μιχάλαρος

Χ.Μ.  Γιατί ένας πολιτικός επιστήμονας να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα;

Χ.Α. Η ερώτηση σας είναι πράγματι εύλογη. Η απάντηση είναι ότι πάντα, από παιδί με έλκυε η νεοελληνική λογοτεχνία και ειδικά η ποίηση. Πέραν τούτου όμως η νεοελληνική ποίηση, ανάμεσα της ασφαλώς και η κυπριακή, είναι γεμάτη από ιστορία, ίσως όσο καμία άλλη. Αυτό ενδεχομένως να έχει αραιώσει τα τελευταία χρόνια αλλά δεν παύει να αποτελεί τον κανόνα από τον καιρό του Κάλβου και του Σολωμού. Η κύρια πηγή έμπνευσης της προέρχεται όπως έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης από την «Ελλάδα-Ιδέα». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει δώσει έργα  πραγματικά περίοπτα, όπου μαζί με τη μουσική είναι τα δύο, και δυστυχώς τα μόνα, πραγματικά υψηλής στάθμης πνευματικά προϊόντα που έδωσε ο νέος Ελληνισμός. Έτσι η ιδιότητα του πολιτικού επιστήμονα  και του ιστορικού δεν είναι άσχετη με αυτή μου την ενασχόληση αφού οι προσεγγίσεις μου είναι μέσα από αυτό το πρίσμα, αναζητώ δηλαδή κοινούς τόπους ανάμεσα στα δύο. Αναζητώ  την  «ιστορικότητα» των ποιητών, την δική τους ιστορική οπτική και τοποθέτηση, τόσο για στενά ιστορικά γεγονότα όσο και τον πολιτικο-ιστορικό τους αναστοχασμό.

Χ.Μ. Γιατί η θρησκευτική ή καλύτερα η εκκλησιαστική όψη της ποίησης του Καβάφη δεν μας έχει απασχολήσει σε σχέση με τις άλλες διαστάσεις του ποιητικού του έργου; Γιατί είναι σχεδόν άγνωστη αυτή η πτυχή του έργου;

Χ.Α.  Δυστυχώς αυτό που λέτε  είναι  αλήθεια. Η πραγματικότητα αυτή οφείλεται  στο γεγονός ότι οι  αρμόδιοι που καθορίζουν την διδακτέα ύλη στα σχολεία δεν επιλέγουν ανάλογα ποιήματα, είτε σκόπιμα είτε όχι. Αυτό αφορά εν μέρει και τα ποιήματα που αναφέρονται στην έννοια της πατρίδας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις φιλοσοφικές σχολές, αν και βέβαια εκεί υπάρχουν εξαιρέσεις. Πολλές φορές ρώτησα φιλολόγους αν έχουν υπόψη τους κάποιο από τα «εκκλησιαστικά» ποιήματα του Καβάφη και η απάντηση ήταν σταθερά όχι, ενώ μερικοί εκπλήσσονταν με την πληροφορία ότι υπάρχουν και τέτοια. Γνωρίζουν μόνο ότι περιλαμβάνεται στην διδακτέα ύλη και ότι διδάχτηκαν στο πανεπιστήμιο, αν διδάχτηκαν Καβάφη.

Χ.Μ. Τι σημαίνει για την ποίηση του Καβάφη η χριστιανική διάσταση; Τι προσθέτει, τι αφαιρεί ή τι αλλάζει στην ποιητική αξία του έργου;

Χ.Α. Ο Καβάφης ως γνωστό έλκεται κυρίως από την ελληνιστική εποχή και το Βυζάντιο. Η ενασχόληση του με τις δύο αυτές μεγάλες ιστορικές περιόδους θα ήταν λειψή χωρίς τη συμπερίληψη του χριστιανικού στοιχείου.  Για την μεν πρώτη περίοδο τον απασχολούν ιδιαίτερα οι διωγμοί που υφίστανται οι Χριστιανοί, για αυτό έχουμε και το «ιουλιανό» κύκλο των ποιημάτων του, με πιο εμβληματικά μάλλον  το  «Μεγάλη Συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών» και το  «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας». Όταν λέω «ιουλιανό κύκλο» εννοώ τα ποιήματα εκείνα, δώδεκα στον αριθμό, περιλαμβανομένων και των ατελών, που επικρίνουν και σαρκάζουν τον αυτοκράτορα Ιουλιανό ο οποίος έκανε μια έσχατη προσπάθεια για επαναφορά των ειδώλων πλην όμως ήταν αργά αφού ο Χριστιανισμός είχε ήδη υπερισχύσει. Ως προς τη βυζαντινή περίοδο τον απασχολούν η πνευματική ζωή  και οι πειρασμοί της, καθώς και  διάφορα άλλα μοτίβα. Όπως για παράδειγμα η συνήθεια που υπήρχε αυτήν  την περίοδο κάποιος λίγο πριν το τέλος της επίγειας βιωτής του να «συνέλθει», να μετανοήσει και μάλιστα πολλές φορές να χειροτονηθεί μοναχός. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί ο βασιλιάς Μανουήλ Κομνηνός στο ομώνυμο ποίημα  ή η περίπτωση του νεαρού  Κλέωνος. Γενικά η ενασχόληση του με το Χριστιανισμό συμπληρώνει και διευρύνει το έργο του θα έλεγα. Όπως τόνισε ο Αμερικανός Καθηγητής και μεταφραστής του ποιητή σε μια συνέντευξη του «το όραμα του Καβάφη περιλάμβανε ολόκληρο το τόξο του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής ταυτότητας, και συγκεκριμένα της αφοσίωσης του στο Βυζάντιο, για το οποίο τόσο συχνά έγραφε» […] (Lifo, 15.1.2014). Βυζάντιο ή ελληνικός πολιτισμός  χωρίς την ορθόδοξη παράδοση  δεν νοείται.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Γιατί η δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία θα καταρρεύσει

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός
Υποψήφιος Βουλευτής ΕΔΕΚ  Λεμεσού

Το οικοδόμημα, το «κατασκεύασμα» μάλλον μιας διζωνικής δικοινοτικής Κύπρου, θα μοιάζει με περίτεχνο πύργο στην άμμο το οποίο απλώς θα είναι ζήτημα χρόνου πότε  θα πέσει. Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους θα καταρρεύσει είναι βασικά δύο. Ο πρώτος θα οφείλεται στον  συνεχή ανταγωνισμό ο οποίος θα προκύπτει ανάμεσα στις δύο εθνικές ομάδες. Ένας ανταγωνισμός ο οποίος θα ξεκινά από τη κορυφή των τριών εξουσιών, εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής και θα φθάνει στα κατώτερα κλιμάκια και θα διαχέεται στην συνέχεια και  στις μάζες.  Δυστυχώς ο  ανταγωνισμός αυτός ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους θα είναι αναπόφευκτος και θα προκύπτει εν γένει από τη φύσει της ίδιας της συμφωνίας.  Από το γεγονός δηλαδή ότι στην κάθε λήψη απόφασης  σε κεντρικό επίπεδο θα χρειάζεται «επαρκή» βαθμό συναίνεσης της τουρκικής πλευράς, μια συναίνεση η οποία θα ισοδυναμεί με έμμεσα βέτο, πέραν από τα τυχόν άμεσα. Για αυτό δεν είναι τυχαία που προβλέπονται «επιτροπές επίλυσης διαφορών»

Ταυτόχρονα τα δύο  κρατίδια θα λειτουργούν αναπόφευκτα στο αστερισμό του νομικοπολιτικού πλαισίου και της φιλοσοφίας του κεντρικού κράτους και της συμφωνίας, και κατ’ επέκταση από τη λήψη ή μη λήψη αποφάσεων από την κεντρική κυβέρνηση. Οι βαλβίδες ασφαλείας, δηλαδή οι επιτροπές επίλυσης διαφορών ή όπως αλλιώς θα λέγονται, και ο ξένος δικαστής στον οποίο θα καταλήγουν οι πλείστες υποθέσεις, σε καμία περίπτωση  δεν θα είναι επαρκής  για εξουδετέρωση αυτού του ανταγωνισμού. Και αυτό αφού ανταγωνισμός θα πηγάζει από το γεγονός ότι θα πρόκειται για τυπικά ή άτυπα για συλλογικές εθνοτικές διαφορές και όχι διαφορές ισότιμων πολιτών, οργανωμένων συμφερόντων, ή ομάδων όπου θα συμμορφώνονται με τους κανόνες του παιχνιδιού και θα αποδέχονται τις αποφάσεις ως αμερόληπτες, όπως θεωρητικά θα συνέβαινε σε μια «κανονική» φιλελεύθερη δημοκρατία. Με λίγα λόγια ο ανταγωνισμός αυτός θα είναι εγγενής, θα τον γεννά το ίδιο το σύστημα, δείχνοντας έτσι ότι αυτοί που διαπραγματεύονται τις τύχες μας δεν έμαθαν τίποτα από τα παθήματα της Ζυρίχης.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία

Αναζητώντας νόημα

Χρήστος Αλεξάνδρου
Ιστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας
Υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΕΚ στην Λεμεσό

 Το ερώτημα  είναι αμείλικτο και το θέτει η δυναμική των πραγμάτων,  η δυναμική της ίδιας της ζωής, όσο και αν δεν είναι «πολιτικά ορθό»: τι νόημα μπορεί να έχει μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας; Πολλές φορές προσπάθησα να  κάνω  «αντιπολίτευση» του εαυτού μου και να τον πείσω  ότι υπάρχει ένα  νόημα. Δύσκολο εγχείρημα, και παρ’ όλες τις παραχωρήσεις μου, τα αποτελέσματα υπήρξαν πάντα πενιχρά.  Άλλο οι ιδέες, που εύκολα μπορεί να μετατραπούν  σε φαντασιώσεις,  και άλλο η σκληρή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι πάντα σκληρή για αυτό ίσως και  «οι φανταστικές αλήθειες φθείρονται πολύ πιο δύσκολα» (Ο. Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος). Το πλάσιμο στο μυαλό μιας δικοινοτικής διζωνικής Κύπρου, ειρηνικής ευημερούσας, δίκαιης όπου όλα θα βαίνουν καλώς είναι μια φανταστική αλήθεια, άσχετη με την πραγματικότητα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ


Ο Χρήστος Αλεξάνδρου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1973. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία και έκανε μεταπτυχιακό στην νεότερη Ιστορία. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων,  ως Ειδικός Επιστήμονας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου στο οποίο εκπονεί και διδακτορική διατριβή. Συγκεκριμένα εργάστηκε στο ερευνητικό πρόγραμμα «Ευρωδακτύλιος», ενώ δίδαξε και το μάθημα «Εισαγωγή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία».

Ταυτόχρονα, από το 2011 είναι  Επιστημονικός Συνεργάτης του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, στο οποίο  διοργανώνει ανοιχτά σεμινάρια νεότερης ιστορίας.

Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια γύρω από τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείται, έδωσε πληθώρα διαλέξεων, και φιλοξενήθηκε σε δεκάδες ραδιοφωνικές εκπομπές ενώ  κατά καιρούς αρθρογραφεί σε διάφορες εφημερίδες. Επιστημονικές του εργασίες περιλαμβάνονται σε διάφορους  τόμους που κυκλοφόρησαν  τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο καθώς και σε διάφορα περιοδικά.

Το 2013 κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Η  μικρασιατική εκστρατεία στον κυπριακό Τύπο. Η μαρτυρία του «Νέου Έθνους»  από τις εκδόσεις Ιωλκός το οποίο απέσπασε πολύ ευνοϊκά σχόλια, ενώ το 2016 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Το εκκλησιαστικό φρόνημα στον Κωνσταντίνο Καβάφη από τις εκδόσεις Ατέρμονον.

Η μελέτη του «Η Παιδεία στη Πολιτεία του Πλάτωνα»  αναμένεται να κυκλοφορήσει στα Ιταλικά εντός του 2016 από τον οίκο Edizioni Universum.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Η λύση του κυπριακού ως αυτοσκοπός


Χρήστος Αλεξάνδρου
Iστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

Είναι φανερό ότι για πολλούς συμπολίτες μας η λύση του κυπριακού αποτελεί από μόνη της αξία, αυτοσκοπό, και αυτό προσπαθούν να περάσουν με πλάγιο τρόπο στις πλατιές μάζες. Μέσα από ανορθολογικούς δρόμους και ανιστορικές θεωρήσεις είναι βέβαιο ότι αυτοί οι συμπολίτες μας αποδέχονται οποιαδήποτε «λύση» του προβλήματος. Στο πλαίσιο αυτό συκοφαντούν όσους διαφωνούν με την λύση που αυτοί θέλουν ότι τάχα δεν επιθυμούν λύση γενικώς. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να διακριθεί τόσο σε  πολιτικό όσο  και σε ψυχολογικό επίπεδο. Μέσα από ποιες εκλογικεύσεις, ψυχολογικές υποβολές και διαδικασίες ο ηττημένος φτάνει στην ετοιμότητα να δεχθεί οποιαδήποτε λύση, όσο προβληματική και αν είναι; Αυτή και αν αποτελεί μια  πραγματική ψυχολογική διάσταση του κυπριακού.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

To ειρηνιστικό αφήγημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο πνευματικός μας επαρχιωτισμός


Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας-Ιστορικός

Η Αλειβαθώ, η Αμαθώ και Ημιμαθώ
τρεις μοίρες πλάθουνε στ΄ αδράχτι τους
τη μοίρα μας.
Κι εμείς ενεοί στα παραμύθια τους.
Ανδρέας Παστελλάς

Σε εποχές παρακμής και ήττας, και όταν ακόμα τα πράγματα φτάσουν να τρίζουν και να απειλούνται με κατάρρευση, όπως συμβαίνει αυτή την στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλοί δημοσιολόγοι, πολιτευτές και άλλοι παραμένουν αγκιστρωμένοι στα παραμύθια τους.  Αυτό, πέραν του γεγονότος ότι τους βοηθά να κτίζουν την πολιτική ή πνευματικής τους καριέρα διαδίδοντας ψευδαισθήσεις, αποβαίνει άκρως επικίνδυνο για το σύνολο διότι η ρεαλιστική θέαση των πραγμάτων θολώνεται επικίνδυνα από ψευτοϊδεαλισμούς και ιδεολογήματα.
Σε πολλά κυπριακά μυαλά αβγάτισε ιδιαίτερα το ιδεαλιστικό αφήγημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεωρήθηκε ως η καταγωγική βάση για την ίδρυση  και την σταδιακή της «ενοποίηση». Το αφήγημα αυτό λέει περίπου τα έξεις: ότι μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι λαοί και οι ηγεσίες επιτέλους κατανόησαν και πείστηκαν για τα αγαθά της ειρήνης και αποφάσισαν να προχωρήσουν βήμα –βήμα προς μια ενωμένη και ειρηνική ήπειρο προκειμένου να  μην υπάρξει νέα σύγκρουση. Η αρχή έγινε με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) oι οποίες οδήγησαν στην Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) και αργότερα στην βήμα-βήμα ενοποίηση. Έτσι, συνεχίζει  το αφήγημα, το  εγχείρημα πέτυχε μιας και η βούληση για ειρηνική συνύπαρξη  υπερίσχυσε έναντι άλλων τυχόν μειοψηφικών απόψεων. Αποκορύφωμα αυτής της ειρηνιστικής έξαρσης ήταν το τέλος της ιστορικής γαλλο-γερμανικής διαμάχης με αποτέλεσμα τα δύο κράτη μαζί να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της Ε.Ε.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Για την Αποστολή της Ελληνικής Παιδείας της Κύπρου

Χρήστος Αλεξάνδρου
Iστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας


Ένα  σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα στόχο έχει να παρέχει ποιοτική γνώση, όχι δηλαδή απλώς όγκους πληροφοριών, αλλά γνώση επεξεργασμένη και ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο του γνωστικού αντικειμένου κάθε μαθήματος. Η παροχή της πρέπει να  συνδυάζεται, και αυτό αποτελεί κριτήριο επιτυχίας, με το ερέθισμα της κριτικής σκέψης του μαθητή. Αν σε κάποιους από το σύνολο των μαθητών – σ’ όλους είναι αδύνατο -  εγκεντρίστει ο προβληματισμός και τεθούν δόκιμα ερωτήματα τότε ο μαθητής εισέρχεται στην διαδικασία εκείνη όπου η μάθηση γίνεται ευχαρίστηση. Αυτό αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο επιτυχίας.

Για κάθε σοβαρό και με αυτοπεποίθηση εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτονόητη και αναμφισβήτητη η επιδίωξη του να  μεταδώσει και να καλλιεργήσει τον εθνικό πολιτισμό και την εθνική ιστορία, μέσω της λογοτεχνίας, της γλώσσας, της ιστορίας και της  τέχνης.