Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2005

O ψευτοανθρωπισμός για τους εποίκους

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Η πολιτική του εποικισμού έχει θεωρηθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως πολύ σοβαρό ζήτημα  εξαιτίας των πολυποίκιλων αλλοιώσεων που προκαλεί και για το λόγο αυτό αξιολογήθηκε και  κατατάχθηκε ως έγκλημα πολέμου. Στην κατά καιρούς συζήτηση για το θέμα του τουρκικού εποικισμού στην κατεχόμενη Κύπρο υποβαλλόταν από τους ξένους μεσολαβητές, συναινούντων και των αντιπροσώπων των Ηνωμένων Εθνών, ότι οι Έλληνες Κύπριοι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το θέμα «ανθρωπιστικά». Για να επιβληθεί μάλιστα αυτό το επιχείρημα πλασαρίστηκαν και οι όροι «οικονομικοί μετανάστες» και «εποχιακοί εργάτες» με σκοπό να μειώσουν να αντικαταστήσουν ή να μειώσουν την ορθότητα του όρου «εποικισμός». Οι όροι αυτοί έγιναν με αρκετή ευκολία αποδεκτοί, τουλάχιστον σιωπηρά, από τους Γιώργο Βασιλείου και Γλαύκο Κληρίδη, και ως εκ τούτου άρχισε να αξιώνεται από τρίτους ότι «κάποιοι» θα έπρεπε να παραμείνουν, χωρίς μάλιστα κανένα αντάλλαγμα για την ελληνική πλευρά.

Με την κατάθεση του σχεδίου Ανάν και τις αίσχιστες «ρυθμίσεις» του για τους εποίκους, δηλαδή την παραμονή σχεδόν όλων ή  της συντριπτικής τους πλειοψηφίας, φάνηκε και το μέγεθος της πνευματικής αδυναμίας σε πολιτικούς και άλλους κύκλους της δικής μας πλευράς με την υιοθέτηση του επιχειρήματος περί «ανθρωπισμού». Ευτυχώς το αισθητήριο των μεγάλων στρωμάτων του λαού διέκρινε με άμεσα το κάλπικο περί του «ανθρωπισμού» επιχείρημα , παρ’ όλα τα ηθικά του επιχρίσματα. Έτσι λοιπόν δεν αξιώθηκε από τον αίτιο να αποκαταστήσει τους εποίκους από εκεί που τους έφερε αλλά από το θύμα. Την στιγμή μάλιστα που η παραμονή τους θα επισώρευε άλλο ένα πλήγμα στα ήδη πολλά για τον παθόντα. Τα πλήγματα που επιφέρει ο εποικισμός σε μια πατρίδα μοιραία αφορούν όλους τους  τομείς της ύπαρξης της, ιστορικό, οικονομικό, ψυχολογικό, πολιτιστικό. Με το σχέδιο Ανάν  οι Τούρκοι έποικοι ανώτατα πολιτειακά αξιώματα, μέχρι και πρόεδροι του κράτους θα μπορούσαν να γίνουν. Και έτσι θα φτάναμε στον εθνικό εξευτελισμό να υπόκεινται οι από τριών χιλιάδων χρόνων Έλληνες της Κύπρου στην εξουσία τους.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2005

Υπάρχει πολιτική σκέψη στην Κύπρο;

Xρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν φιλοδοξεί να προκαλέσει συζήτηση. Θέλει μόνο τηλεγραφικά να τονίσει με τρόπο εμφαντικό την απουσία από τον δημόσιο λόγο στην Κύπρο σήμερα συζήτησης που να διεξάγεται με όρους και κριτήρια της πολιτικής θεωρίας. Όχι πως υπήρχε παλαιότερα, αλλά σήμερα που είναι αναγκαία στον τόπο όσο ποτέ άλλοτε, η πιθανότητα  φαίνεται πιο απομακρυσμένη από κάθε άλλη φορά. Έχουμε κυρίως μια πληθωρική παρα-πολιτικολογία καθοριζόμενη από συναισθηματισμούς, νεφελώδης ειρηνισμούς, και δευτέρας διαλογής μετά-εθνικά ιδεολογήματα. Η διαδικασία προ και μετά του δημοψηφίσματος υπήρξε πραγματικά αποκαλυπτική της άγνοιας ως προς το  το πολυδιάστατο των βαθύτερων δυνάμεων που κινούν την πολιτική και την ιστορία.

Εκείνο που πρόδιδε ο λόγος των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν  ήταν η έλλειψη γνώσης, μεταξύ άλλων, για το γεγονός ότι η πολιτική δεν κινήθηκε ποτέ με ηθικολογίες, έσω και αν αυτές πάντα αφθονούσαν αφού είναι αναγκαίες για να εξωραΐζεται  και να εκλογικεύεται η ωμή βούληση για επικυριαρχία, ηγεμονισμό, και έλεγχο. Έτσι η έκπληξη των «θεωρητικών» του σχεδίου Ανάν μπροστά στην όποια αφύπνιση της αξιοπρέπειας και του πατριωτισμού των Ελλήνων Κυπρίων ήταν μεγάλη για το πώς και ακόμα τόσοι πολλοί επιμένουν σε «πρωτόγονα» πράγματα.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2004

 Η ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ
(Με αφορμή το σχέδιο Ανάν)

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Eίναι, νομίζω, αρκούντως ενδιαφέρον να προσπαθήσει κάποιος να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο οι διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές και άλλοι αυτόκλητοι αξιολογούν τη στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας του κυπριακού λαού η οποία τάσσεται ανεπιφύλακτα εναντίον του σχεδίου Ανάν και της τερατώδους λύσης που κομίζει. Τα κριτήρια της λαϊκής βούλησης αυτή τη φορά δεν είναι τυχαία ούτε θολά και προπάντων δεν στερούνται ρεαλιστικής θεμελιώσεως. Ο πρώτος λοιπόν αρνητικός αξιολογικός προσδιορισμός της στάσης του κοινωνικού σώματος είναι ότι «αντιδρά συναισθηματικά». Και ακολούθως προτάσσονται διάφορες παιδαριώδεις νουθεσίες του τύπου «να αφήσουμε επιτέλους τους συναισθηματισμούς», «να κοιτάξουμε μπροστά», «να παραμερίσουμε τις αγκυλώσεις του παρελθόντος» και άλλα  παρόμοια.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2004

Το Σχέδιο Ανάν και η Παθογένια των  Ιδεολογημάτων

Xρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Το περιβόητο σχέδιο Ανάν προκάλεσε μεταξύ άλλων και μια  ανάδυση διαφόρων ιδεολογημάτων (και ψυχολογημάτων) στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για ιδεολογήματα και λανθάνουσες τάσεις οι οποίες κυοφορούνταν για αρκετά χρόνια στο παρασκήνιο και οι οποίες συστηματοποιήθηκαν και εκφράστηκαν πιο ολοκληρωμένα τα τελευταία χρόνια. Το εν λόγω σχέδιο υπήρξε ο καταλύτης στο  να εκφραστούν απερίφραστα διάφορα επιχειρήματα για την άνευ όρων αποδοχή του από χώρους αντίθετους μεταξύ τους, πλην όμως οι αντιθέσεις αποσιωπήθηκαν και λειτούργησαν μεταξύ τους συνασπισμένοι. Αυτό βεβαία δεικνύει ότι τα τελευταία χρόνια οι όποιες κατά καιρούς πικετοφορίες επιθέτων και επιθετικές ιαχές κυρίως ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα δεν ανταποκρίνονταν σε τίποτε το διαφορετικό μεταξύ. Και αυτό όχι μόνο μεταξύ ΔΥΣΗ-ΑΚΕΛ αλλά και άλλων φαινομενικά ετερόκλητων ομάδων και υποομάδων που υποστήριξαν το αγγλοαμερικανικό σχέδιο Ανάν.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2002

H Καταστροφή του 1974 και η Κυπριακή Ποίηση

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας
(Σημ: H πιο κάτω εισήγηση δόθηκε στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο (πρώην Cyprus College) το Νοέμβριο του 2002 στο πλαίσιο της ημερίδας «Το αρχιπέλαγος της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνίας» και στη συνέχεις δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άρδην τον Ιούνιο του 2004 (τ. 47). Εδώ παρατίθεται ελαφρώς διαφοροποιημένο, λεκτικώς και συντακτικώς)


Αποτελεί κοινό τόπο στους κριτικούς, στους φιλολόγους, τους ποιητές και εν γένει στους λογοτέχνες, ότι τα παθήματα και ο πόνος ενός λαού  σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία, συνήθως αποτελούν αιτία να γεννηθεί μια υψηλής στάθμης ποίηση. Και προπάντων όταν αυτά τα παθήματα είναι συνδεδεμένα  με ματαιωμένα οράματα,  και ακόμη περισσότερο όταν αυτή η ματαίωση ακολουθείται από μεγάλες καταστροφές.

Η κυπριακή ποιητική παραγωγή των τελευταίων πενήντα χρόνων θα λέγαμε ότι είναι από τις πιο ευδιάκριτες και απτές των περιπτώσεων εκείνων που πηγάζουν κατευθείαν από τις τραγωδικές περιπέτειες της πατρίδας. Οι αγώνες, οι αγωνίες και οι καταστροφές του τόπου, αποτυπώνονται κατά τρόπο ακαριαίο  στον ποιητικό λόγο. Τα λόγια των ποιητών βγαίνουν μέσα από βιωμένα στο έπακρο γεγονότα και όχι από ιδέες. Σίγουρα δεν  είναι άσχετο με αυτήν την κεφαλαιώδους σημασία επισήμανση ότι στην Κύπρο δεν ευδοκίμησε ιδιαίτερα ο πεζός λόγος και η διαφορά που τον χωρίζει από τον ποιητικό είναι πολύ μεγάλη.  Ο ποιητικός λόγος ανταποκρίνεται αμεσότερα στα ψυχικά ερεθίσματα, και η έκφραση των συναισθημάτων είναι εναργέστερη. Ας μην ξεχνάμε και τη ρήση  του Ν. Βρεττάκου, ότι «η κυπριακή ποίηση έχει αίμα μέσα της». Η καταστροφή του ’74 λοιπόν, κάνει μια βαθιά τομή και στο σώμα της σύγχρονης κυπριακής ποίησης και την οδηγεί σε πολύ υψηλές επιδόσεις. Διότι, όπως σημείωσε ο Μόντης σε μια συνέντευξη του, «στους λογοτέχνες ο πόνος είναι έμπνευση». (Λέξη 159, 1999, σελ. 405-07)