Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Για την Αποστολή της Ελληνικής Παιδείας της Κύπρου

Χρήστος Αλεξάνδρου
Iστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας


Ένα  σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα στόχο έχει να παρέχει ποιοτική γνώση, όχι δηλαδή απλώς όγκους πληροφοριών, αλλά γνώση επεξεργασμένη και ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο του γνωστικού αντικειμένου κάθε μαθήματος. Η παροχή της πρέπει να  συνδυάζεται, και αυτό αποτελεί κριτήριο επιτυχίας, με το ερέθισμα της κριτικής σκέψης του μαθητή. Αν σε κάποιους από το σύνολο των μαθητών – σ’ όλους είναι αδύνατο -  εγκεντρίστει ο προβληματισμός και τεθούν δόκιμα ερωτήματα τότε ο μαθητής εισέρχεται στην διαδικασία εκείνη όπου η μάθηση γίνεται ευχαρίστηση. Αυτό αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο επιτυχίας.

Για κάθε σοβαρό και με αυτοπεποίθηση εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτονόητη και αναμφισβήτητη η επιδίωξη του να  μεταδώσει και να καλλιεργήσει τον εθνικό πολιτισμό και την εθνική ιστορία, μέσω της λογοτεχνίας, της γλώσσας, της ιστορίας και της  τέχνης.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: Ιδεολογικές ανατροπές και προβληματικές λύσεις

Χρήστος Αλεξάνδρου
Ιστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας

Tο ξέσπασμα του Α΄ Π.Π. για τους πιο πολλούς υπήρξε ένα γεγονός πραγματικά απρόβλεπτο. Όταν μερικές μέρες προηγουμένως είχε δολοφονηθεί στο Σεράγεβο ο Διάδοχος Φραγκίσκος Φερδινάνδος ελάχιστοι είχαν την υποψία ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα στην κλιμάκωση που ακολούθησε και προ πάντων στο ξέσπασμα ενός μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου. Ενός πολέμου που επίσης κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα διαρκούσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια και θα είχε τις διαστάσεις που είχε. Όταν ξεκινούσε ο πόλεμος  ήταν εδραιωμένη η πεποίθηση ότι η σύγκρουση θα διαρκούσε μερικές εβδομάδες ή έστω μερικούς μήνες,  το αργότερα μέχρι τα Χριστούγεννα του ’14, οπόταν και οι φαντάροι θα τα γιόρταζαν  στα σπίτια τους.

Μιλώντας για τον Α΄Π.Π., ουσιαστικά ευρωπαϊκό, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νουν, ότι αυτός ξέσπασε ένα ακριβώς αιώνα μετά από το τέλος των ναπολεόντειων. Στον αιώνα αυτόν δεν είχαμε  μεγάλους πολέμους στην Ευρώπη, η ήπειρος διέγραφε άλματα προόδου στην επιστήμη, στην μηχανική, στα γράμματα, τις υποδομές και την εν γένει οικονομική ανάπτυξη με όλη την απορρέουσα από αυτά ευζωία. Καταπιεστικά συστήματα ιδεών είχαν σχεδόν περάσει πλέον στο παρελθόν, η έννοια του συνόρου, μεταφορικά και κυριολεκτικά είχε αδυνατίσει πολύ. Οι άνθρωποι ευφραίνονταν και εκλεπτύνονταν με την συνεχή άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ότι η περίοδος πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο, η bell epoch όπως ονομάστηκε, ήταν μια εξελισσόμενη παγκοσμιοποίηση, αφού τα πιο πάνω διαχέονταν γρήγορα, μέσω κυρίως των αποικιοκρατικών θεσμών, και σε μεγάλες περιοχές του κόσμου εκτός Ευρώπης. Η πίστη ότι οι αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους σε συγκρούσεις συνεχώς απομακρύνονταν γινόταν  όλο και πιο ισχυρή.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Το ζήτημα της μείωσης της στρατιωτικής θητείας

Χρήστος Αλεξάνδρου
Iστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας


Η άμυνα της Κύπρου είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο με πολλές πτυχές όσο και προβλήματα. Ένα από αυτά αποτελεί η απαξίωση της ίδιας της άμυνας ως πολιτικής επιλογής. Από τη δεκαετία του ’80 ακόμα μερικοί ξιφουλκούσαν για την κατάργηση της και κήρυξη της Κύπρου «ανοχύρωτης πολιτείας». Αποτελούσαν όμως μεμονωμένες περιπτώσεις οι οποίες απαξιώνονταν. Το θέμα επανήλθε δυναμικά και πιο γενικευμένα με την εμφάνιση του σχεδίού Ανάν,  κυρίως από πολιτευτές και  άτομα προσκείμενα στα δύο μεγάλα κόμματα, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η  αμυντική θωράκιση δεν έχει να προσφέρει τίποτα.

Έκτοτε η Εθνική Φρουρά δέχτηκε πολλά πλήγματα με πράξεις πλέον και όχι με λόγια. Η ανανέωση και ο εμπλουτισμός του οπλοστασίου της σχεδόν εκμηδενίστηκε, η εφεδρεία μειώθηκε, η πειθαρχεία χαλάρωσε ακόμη περισσότερο, οι μεγάλες ασκήσεις καταργήθηκαν, ενώ  το μόνιμο προσωπικό αντιμετωπίζει πολλά χρονίζοντα προβλήματα. Ταυτόχρονα οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναπόφευκτα βιώνουν μια ανασφάλεια αφού αισθάνονται  μετέωροι μπροστά στο ενδεχόμενο μιας λύσης του κυπριακού που θα καταργεί τις ένοπλες δυνάμεις. Αυτό συνεπάγεται πλήγμα στο ηθικό τους αλλά και στη αποτελεσματικότητα της καθημερινής τους  δουλείας.


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Η ηθελημένη ψευδαίσθηση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Για τρεις και πλέον δεκαετίες η διακηρυγμένη θέση της ελληνικής πλευράς για  λύση του κυπριακού προβλήματος παραμένει η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία. Ως γνωστό το  πλαίσιο αυτής της  λύσης  συμφωνήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την τουρκική πλευρά υπό τον Ραούφ Ντενκτάς. Η μορφή αυτή λύσης έγινε αποδεκτή από την ελληνική πλευρά εφόσον θεωρήθηκε ότι επιβαλλόταν από την οδυνηρή ήττα του 74’ και την βίαιη εθνοκάθαρση που την ακολούθησε. Στην πορεία χαρακτηρίστηκε ως η  μόνη δυνατή λύση που θα μπορούσε να υπάρξει λόγω της εγγενούς αδυναμίας της ελληνοκυπριακής πλευράς και της συνακόλουθης απροθυμίας της Αθήνας –λόγω και των νωπών τραυματικών εμπειριών από τον τρόπο ανάμειξης της χούντας στο κυπριακό - να συνδράμει στρατιωτικά – στρατηγικά την Κύπρο κατά τρόπο αποτελεσματικό.

Ο στόχος  για μια τέτοια λύση έκτοτε φέρει την σφραγίδα του Μακαρίου ως τεκμήριο μιας «σοφής» και της  μόνης «δυνατής» επιλογής. Κατά αρχάς  «μακαριολατρεία» των προηγούμενων δεκαετιών –φυσιολογικά εξασθενημένη σήμερα - και μια προσπάθεια  απόδοσης στον μεγάλο όσο και τραγικό ηγέτη της Κύπρου ενός είδους ιστορικού «αλάθητου» είναι από μόνα τους προβληματικά. Ποια ιστορική εμπειρία μπορεί να βεβαιώσει  πως μεγάλες  προσωπικότητες δεν περιπίπτουν σε λάθη, ώστε και στην περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου να πρέπει να γίνει στανικά αποδεκτό πως δεν περιέπεσε σε λάθος; Ωσάν και το λάθος δεν είναι συμφυές με την πραγματικότητα και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, όλως ιδιαιτέρως όταν σχοινοβατεί κανείς ανάμεσα σε δυσκολίες και επιλογές ενός πολύπλοκου προβλήματος, όπως το κυπριακό.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2006


H πραγματική διάσταση του «τι θέλουν οι Ελληνοκύπριοι»

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Αμέσως μετά τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου του 2004 γνωστοί πολιτικοί και δημοσιολογούντες στην Ελλάδα και στην Κύπρο (Άννα Διαμαντοπούλου, Τάκης Χατζηγεωργίου κ.ά) άρχισαν να εκφράζουν μια κάποια απορία δήθεν, με ελεγχόμενη αγανάκτηση για το τι επιτέλους θέλουν οι Έλληνες της Κύπρου ως λύση του κυπριακού προβλήματος.

Αν ασχοληθεί κάποιος λίγο περισσότερο με την εκ πρώτης  αθώα «απορία», θα τη βρει όχι μόνο έωλη αλλά και πονηρή, και αυτό όχι μόνο επειδή πρόκειται για ανθρώπους που υποστήριξαν ευθύς εξαρχής και αναφανδόν το σχέδιο Ανάν. Τι μπορεί λοιπόν να θέλει ένας ημικατεχόμενος και δηωμένος τόπος;
H απορούσα ομάδα των πολιτικών και άλλων ξέρει πολύ καλά τι θέλει η ίδια για το κυπριακό και το τι θα «έπρεπε» ο κυπριακός λαός να θέλει για το πρόβλημα του ή ακόμα και το τι θα «έπρεπε» να του επιβληθεί. Μη τολμώντας όμως να το εκφράσουν ανοιχτά, διατυπώνουν τη γενικόλογη και αόριστη «απορία» για το τι θέλουν οι Κύπριοι ως να είναι δυνατόν ναν περιμένουν μαζική απάντηση από τον λαό. Γιατί δεν τίθεται το θέμα στις κομματικές τους ηγεσίες για να δοθεί  μια ξεκάθαρη απάντηση, πέρα από τα μισόλογα, για το τι πραγματικά θέλουν οι ίδιες για το κυπριακό, οι οποίες παρεμπιπτόντως όχι πριν από πολλά χρόνια  διατύπωναν πολύ πιο ξεκάθαρα τους στόχους τους στο κυπριακό.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2005

O ψευτοανθρωπισμός για τους εποίκους

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Η πολιτική του εποικισμού έχει θεωρηθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως πολύ σοβαρό ζήτημα  εξαιτίας των πολυποίκιλων αλλοιώσεων που προκαλεί και για το λόγο αυτό αξιολογήθηκε και  κατατάχθηκε ως έγκλημα πολέμου. Στην κατά καιρούς συζήτηση για το θέμα του τουρκικού εποικισμού στην κατεχόμενη Κύπρο υποβαλλόταν από τους ξένους μεσολαβητές, συναινούντων και των αντιπροσώπων των Ηνωμένων Εθνών, ότι οι Έλληνες Κύπριοι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το θέμα «ανθρωπιστικά». Για να επιβληθεί μάλιστα αυτό το επιχείρημα πλασαρίστηκαν και οι όροι «οικονομικοί μετανάστες» και «εποχιακοί εργάτες» με σκοπό να μειώσουν να αντικαταστήσουν ή να μειώσουν την ορθότητα του όρου «εποικισμός». Οι όροι αυτοί έγιναν με αρκετή ευκολία αποδεκτοί, τουλάχιστον σιωπηρά, από τους Γιώργο Βασιλείου και Γλαύκο Κληρίδη, και ως εκ τούτου άρχισε να αξιώνεται από τρίτους ότι «κάποιοι» θα έπρεπε να παραμείνουν, χωρίς μάλιστα κανένα αντάλλαγμα για την ελληνική πλευρά.

Με την κατάθεση του σχεδίου Ανάν και τις αίσχιστες «ρυθμίσεις» του για τους εποίκους, δηλαδή την παραμονή σχεδόν όλων ή  της συντριπτικής τους πλειοψηφίας, φάνηκε και το μέγεθος της πνευματικής αδυναμίας σε πολιτικούς και άλλους κύκλους της δικής μας πλευράς με την υιοθέτηση του επιχειρήματος περί «ανθρωπισμού». Ευτυχώς το αισθητήριο των μεγάλων στρωμάτων του λαού διέκρινε με άμεσα το κάλπικο περί του «ανθρωπισμού» επιχείρημα , παρ’ όλα τα ηθικά του επιχρίσματα. Έτσι λοιπόν δεν αξιώθηκε από τον αίτιο να αποκαταστήσει τους εποίκους από εκεί που τους έφερε αλλά από το θύμα. Την στιγμή μάλιστα που η παραμονή τους θα επισώρευε άλλο ένα πλήγμα στα ήδη πολλά για τον παθόντα. Τα πλήγματα που επιφέρει ο εποικισμός σε μια πατρίδα μοιραία αφορούν όλους τους  τομείς της ύπαρξης της, ιστορικό, οικονομικό, ψυχολογικό, πολιτιστικό. Με το σχέδιο Ανάν  οι Τούρκοι έποικοι ανώτατα πολιτειακά αξιώματα, μέχρι και πρόεδροι του κράτους θα μπορούσαν να γίνουν. Και έτσι θα φτάναμε στον εθνικό εξευτελισμό να υπόκεινται οι από τριών χιλιάδων χρόνων Έλληνες της Κύπρου στην εξουσία τους.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2005

Υπάρχει πολιτική σκέψη στην Κύπρο;

Xρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας

Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν φιλοδοξεί να προκαλέσει συζήτηση. Θέλει μόνο τηλεγραφικά να τονίσει με τρόπο εμφαντικό την απουσία από τον δημόσιο λόγο στην Κύπρο σήμερα συζήτησης που να διεξάγεται με όρους και κριτήρια της πολιτικής θεωρίας. Όχι πως υπήρχε παλαιότερα, αλλά σήμερα που είναι αναγκαία στον τόπο όσο ποτέ άλλοτε, η πιθανότητα  φαίνεται πιο απομακρυσμένη από κάθε άλλη φορά. Έχουμε κυρίως μια πληθωρική παρα-πολιτικολογία καθοριζόμενη από συναισθηματισμούς, νεφελώδης ειρηνισμούς, και δευτέρας διαλογής μετά-εθνικά ιδεολογήματα. Η διαδικασία προ και μετά του δημοψηφίσματος υπήρξε πραγματικά αποκαλυπτική της άγνοιας ως προς το  το πολυδιάστατο των βαθύτερων δυνάμεων που κινούν την πολιτική και την ιστορία.

Εκείνο που πρόδιδε ο λόγος των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν  ήταν η έλλειψη γνώσης, μεταξύ άλλων, για το γεγονός ότι η πολιτική δεν κινήθηκε ποτέ με ηθικολογίες, έσω και αν αυτές πάντα αφθονούσαν αφού είναι αναγκαίες για να εξωραΐζεται  και να εκλογικεύεται η ωμή βούληση για επικυριαρχία, ηγεμονισμό, και έλεγχο. Έτσι η έκπληξη των «θεωρητικών» του σχεδίου Ανάν μπροστά στην όποια αφύπνιση της αξιοπρέπειας και του πατριωτισμού των Ελλήνων Κυπρίων ήταν μεγάλη για το πώς και ακόμα τόσοι πολλοί επιμένουν σε «πρωτόγονα» πράγματα.